Not the man alone needing Spirit; same one receives and gives
But if they say that the human from woman, taken apart and privately — or by himself alone — has needed a share in the Spirit, how is he himself the one who baptizes in it? And yet it fits the highest nature alone also to be able to show those approaching it as having shared in the Spirit. But if the same one receives and gives, it is clear that this is according to the accounts of the economy with flesh, and insofar as he is by nature and truly God: he receives in a human way — not rather for himself, but for human nature — procuring it through himself and in himself first; and he gives in a divine way from his own nature, putting it into those worthy to receive.
So as often as Christ may be said to be sanctified, or to receive the Spirit, it befits to understand in this very manner. For it is better to be pious by turning the mind of the holy writings skillfully toward what is blameless, than to go against the rocks, unholily fortifying against Christ’s glory what has been said rightly (John 1:33).
Greek
avro; εἰ δὲ ἀνα μερος kai ἰδικῶς ἤγουν kara μόνας TOv ἐκ Ἁ ^ ^ ^ γυναικος ἄνθρωπον δεδεῆσθαί φασι τῆς τοῦ Πνεύματος b μετοχῆς, πῶς αὐτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν αὐτῷ ; καίτοι μόνῃ
πρέποντος τῇ ἀνωτάτω φύσει τοῦ καὶ ἀποφαίνειν δύνασθαι 9 μετεσχηκότας τοῦ [Πνεύματος τοὺς προσιόντας αὐτῇ. εἰ δὲ
δέχεται καὶ δίδωσιν ὁ αὐτὸς, πρόδηλον ὅτι κατά ye τοὺς τῆς
pera σαρκος οἰκονομίας Aoyovs, καὶ καθὸ φύσει καὶ ἀληθῶς
ἐστί Θεός" δέχεται μὲν ἀνθρωπίνως, ovy ἑαυτῷ μᾶλλον, ἀλλὰ τῇ τῶν ἀνθρώπων φύσει, δὶ ἑαυτοῦ καὶ ἐν ἑαυτῷ οπρώτῳ προξενῶν αὐτό; δίδωσι δὲ θεϊκῶς ἐξ ἰδίας αὐτοῦ «ες
φυσεως, τοῖς ἀξίοις τοῦ λαβεῖν ἐνιείς.
Ἦν μὲν oiv τῷ προκειμένῳ ῥητῷ προσεοικότα τε καὶ TOV
ἴσον ἔχοντα νοῦν παραθεῖναι καὶ ἕτερα TO δέ ye ταυτοεπεῖν φορτικὸν εἰδότες, ἐκεινό φαμεν, às ἀπόχρη τοῖς νουνεχεστέροις ϑϑ͵ιεφον 39,» 9 » jJ ^ e , 3 , » ^ Ld 5» ἑνὸς ἐξήγησις eis τὴν τῶν ὁμοίως ἐχόντων ἀκριβῆ διασά-
φησιν. οὐκοῦν ὁσάκις ἂν λέγοιτο Χριστὸς ἁγιάζεσθαι τυχὸν
ἤγουν TO Πνεῦμα λαβεῖν, κατὰ τοῦτον avrov TOV TpoTOvd προσήκει νοεῖν. εὐσεβεῖν γὰρ ἄμεινον περιτρέποντας εὐφυῶς εἰς τὸ ἀμωμήτως ἔχον τῶν ἱερῶν γραμμάτων τὸν νοῦν, ἤγουν - "ἰέναι κατὰ πετρῶν, ἀνοσίως ἐπιτειχίζοντας τῇ δόξῃ Χριστοῦ τὰ ὀρθῶς εἰρημένα.
Ιησοῦς δε πλήρης πνεύματος ἁγίου ὑπέστρεψεν amo ToU «y “ Ἰορδάνου, καὶ ἤγετο ἐν τῷ πνεύματι ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαρά-
κοντα ἡμέρας πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ οὐκ , ἐξ Ψ »«NÀ 3 ^ « , , , ^ .* ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, καὶ συντελεσθεισῶν e c » ^ , , 99 * , € 8 ες ^ 3 ^ [4 αὐτῶν ἐπείνασεν." ἔδει δὴ πάλιν ὑπὲρ ἡμῶν ἀνταναστῆναὶϊ
re, μόνον δὲ οὐχὶ kai ἀνταποδύσασθαι TQ πάλαι νικήσαντι
It, I2. ἐνιείς. "Hy] ἐνὴν (sic) C. Comm. I3. αὐτὸ εἰπεῖν v. ravró εἰπεῖν C. ταντοεπεῖν exhibet w. 14. Qoprixóy—dapev] φορτικόν' εἰδότες ἐκεῖνο μὲν
C.Comm. εὐφυῶς] εὐσεβῶς Edd. —— 20. ἔνα proiévavv.— ἐπιτυχόντας C. Comm.
Edd. 23. «ls τὴν ἔρημον Edd. 25. οὐδὲ C. 26. δὴ C.v. Comm. δὲ Edd. ἀνταναστῆναί C.v. Cotnm. ἀντιστῆναί Edd. 27. δὲ οὐχὶ hoc ordine C.v. Comm. δὲ om. w. καὶ ἀποδύσασθαι C. Comm. καταποδύσασθαι (sic) v.
caravá, τὸν διὰ τοῦτο καθιγμένον εἰς ἑκούσιον κένωσιν, ἵνα
ἡμᾶς ἀποφήνῃ μετεσχηκότας τοῦ ἰδίου πληρώματος" καὶ
ἀσθενήσαντας ἐν ᾿Αδὰμ, εὐρωστίαν ἔχοντας ἀποδείξῃ Tvev-
157 A.» ματικήν. πέπαυται γὰρ ἐν Χριστῷ τὰ ἐν τῷ πρωτοπλάστῳ
τῇ ἀνθρώπων φύσει συμβεβηκότα σωματικά τε kal Nyvywa s τῶν ἀῤῥωστημάτων ἐνεργήματα. ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς ὑπακοῆς αὐτοῦ δίκαιοι κατέστημεν οἱ πολλοὶ, καίτοι πεπονθότες διὰ
τῆς ἐκείνου παρακοῆς τὴν κατάκρισιν οὕτω δὴ πάλιν διὰ τῆς
ἐν Χριστῷ νοουμένης εὐσθενείας, δῆλον δὲ ὅτι πνευματικῆς,
τὰ ἐπὶ ταῖς πρώταις ἀσθενείαις διεκρουσάμεθα BAXaByg. καὶ x
, Α ^ L4 b οἱ πεπτωκότες ἐν ᾿Αδὰμ νενικήκαμεν ἐν Χριστῷ. ἀντιταττε-
ται τοίνυν ὑπὲρ ἡμῶν ὡς ἄνθρωπος καὶ νικᾷ θεϊκῶς" καὶ πειράζεται μὲν, ὡς ἑνὶ τῶν kaÜ ἡμᾶς ἐπιπηδῶντος τοῦ σατανᾶ, καὶ οἰηθέντος ὅτι τὸ ἀκρατὲς τῆς σαρκὸς συνεκπολεμήσειεν ἀν αὐτῷ τὸν ἐκπειραζύμενον' ἀναχωρεῖ δὲ κατησχυμμένος 1.
338 R. καινοτομούυσης avrov τῆς ἀνθρώπου φύσεως ἐν Χριστῷ, και
vevekpopevov ἐχούσης τῆς Guapriag TOv νόμον, TOv ἐν τοῖς
μέλεσι τῆς σαρκὸς ἀγριαίνοντα' κατήργηται γὰρ ἐν Χριστῷ. Νηστεύσας γεμὴν ἀποχρώντως, καὶ δυνάμει Üeompera
ποτοῦ καὶ σιτίων δίχα τὴν σάρκα τηρήσας ἀδιάφθορον, ἐφιησι x
μόλις τὰ οἰκεῖα παθεῖν αὐτῇ. πεινῆσαι yàp λέγεται" καὶ δια ποίαν αἰτίαν: ἵνα δι᾽ ἀμφοῖν εὐτέχνως Θεός τε ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος ὑπάρχων ἐπιγινώσκηται, εἷς καὶ ὁ αὐτὸς δηλονότι,
καὶ θεϊκῶς ὕπερ ἡμᾶς, kai καθ᾽ ἡμᾶς ἀνθρωπίνως. ἀγεσθαι
ἃ δὲ λέγεται τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος εἰς τὴν ἔρημον, τοὺ "3
ἄγεσθαι δηλοῦντος, οὐ τὸ ἀποφέρεσθαι μᾶλλον, ἀλλὰ ro
διάγειν, ἤτοι διατελεῖν᾽ καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐφ᾽ ἡμῶν εἴρηται
πλειστάκις Ὃ δεῖνα τυχὸν ἑαυτὸν ὀρθῶς aye, Tovreorw
I. καθηγμένον C. 5. ἀνθρώπων C.w. Comm. ἀνθρώπου Edd. 6. ἐνερ" γήματα om. C.v. Comm. ἢ. κατεστάθησαν v. κατέστημεν exhibent C.w. πεπονθότος C. IO. τὰς---βᾷλάβας C. Comm. 15. áy om. C. Comm. πειραζόμενον v. ἐπηρεαζόμενον Comm. κατησχυμένος w. 19-24 Gai
fou λέγεται Edd. 28. πολλάκις C. Comm. τυχεῖν C. Comm, ὀρθῶς ἑαυτὸν inverso ordine w. ἄγει] λέγει (sic) C. Comm.
About this text
Cyril’s court treatise on right faith for Pulcheria and Eudocia (CPG 5220). One Son who suffers in flesh yet remains impassible as God. English from Pusey’s Greek.
English follows Pusey’s 1877 Greek of De recta fide ad Pulcheriam et Eudociam. This is a reading translation for study, not a new critical edition.
Witnesses
- Copy-text Pusey, De recta fide ad reginas (Oxford, 1877) (Greek · CPG 5220 §§1–48)
This is an AI-assisted study translation. Source fidelity and completeness have not been independently certified. Open Greek on each section for the source text. This is not a complete critical edition.